ευκαταγώνιστος

εὐκαταγώνιστος, -ον (ΑΜ)
1. αυτός που κυριεύεται εύκολα
2. αυτός που καταστρέφεται εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κατ-αγωνιστος (< κατ-αγωνίζομαι «υπερισχύω, αγωνίζομαι εναντίον»), πρβλ. δυσ-κατ-αγώνιστος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐκαταγώνιστος — easily conquered masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκαταγώνιστον — εὐκαταγώνιστος easily conquered masc/fem acc sg εὐκαταγώνιστος easily conquered neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκαταγωνιστότερα — εὐκαταγώνιστος easily conquered neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκαταγωνιστότεροι — εὐκαταγώνιστος easily conquered masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκαταγωνίστοις — εὐκαταγώνιστος easily conquered masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκαταγωνίστους — εὐκαταγώνιστος easily conquered masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκαταγώνιστα — εὐκαταγώνιστος easily conquered neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκαταγώνιστοι — εὐκαταγώνιστος easily conquered masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԴԻՒՐԱԿՌՈՒԵԼԻ — ( ) NBH 1 0631 Chronological Sequence: Unknown date ա. εὑκαταγώνιστος qui facile vinci potest Ընդ որում՝ դիւրին է կռուիլ. *Գազանք դիւրակռուելիք են՝ ցրտացեալ. Բրս. թղթ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.